MC MEDIA NETWORK

Όλες οι Ειδήσεις

Advertisement

Μια μάνα που δεν αναπνέει μόνο… ζει μετά τον θάνατο του γιου της. Η κυρία Λίζα… γεμάτη

Advertisement

Sponsored by exness

Μπορεί μία μητέρα να συνεχίσει τη ζωή της αφού πεθάνει το παιδί της; «Φυσικά»! Απάντηση αφοπλιστική και ασυνήθιστη από μία μάνα που αγάπησε όσο τίποτα το παιδί της και το είδε να φεύγει νωρίς για το μεγάλο ταξίδι.

Της Γεωργίας Μιχαήλ

«Αυτή η ζωή είναι ένα ανοιγόκλεισμα των ματιών μας, μπροστά στην αιωνιότητα. Σκέψου πόσο εγωιστικό θα ήταν να κλειστώ στον πόνο μου. Έκλαψα πολύ, ούρλιαξα. Ο θάνατος είναι ένα δυνατό χαστούκι στο εγώ μας και στην πεποίθηση μας ότι ελέγχουμε τη ζωή.  Αυτό το χαστούκι είτε θα σου κάνει ένα μεγάλο άνοιγμα μέσα σου, ότι φεύγω από τον μικρό ατομικό μου εαυτό, είτε θα σε κρατήσει σε παντοτινή ανυπαρξία. Δε δεχόμουν ούτε στο ελάχιστο να μη συνεχίσω να ζω. Μπορώ να τον θυμάμαι μέσα απ’ όλα τα καλά που μου έδωσε. Μέσα από την ευγνωμοσύνη που νιώθω γιατί πέρασε από τη ζωή μου και μέσα από τη δικιά μου αναβάθμιση, με την οποία τον τιμώ».

Advertisement

Με την κυρία Λίζα Τρύφωνος γνωριστήκαμε πριν από επτά περίπου χρόνια όταν ο Φίλιππος έδινε τον αγώνα του με τη λευχαιμία. Από τότε είχε την εικόνα της μάνας που στεκόταν θαρραλέα δίπλα στο σπλάχνο της που με τον ίδιο γενναίο τρόπο αντιμετώπιζε την αρρώστια του. Μάλλον κάτι στο DNA τους δεν τους επέτρεπε να λυγίσουν παρατεταμένα και να μιζεριάσουν. Την ίδια εικόνα αντίκρισα και όταν ξανασυναντηθήκαμε πριν λίγες ημέρες στο σπίτι της στη Λεμεσό αλλά αυτή τη φορά είχε φορτωθεί και τη γενναιότητα του Φίλιππου ο οποίος έφυγε από τη ζωή.

Από το στρατό στο νοσοκομείο και… η απότομη ενημέρωση

Ήταν Οκτώβριος του 2014. Ο Φίλιππος Αργυρού βρισκόταν στο στρατό όταν ένιωσε αδιαθεσία και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Από την πρώτη στιγμή στο πλευρό του η μητέρα του.

«Όταν έφθασα δεν του είχαν ανακοινώσει ακόμη τη διάγνωση. Πήγα να βρω κάποιο γιατρό για να μιλήσουμε και στο διάδρομο με πέτυχε μία νοσοκόμα και μου είπε ”κάναμε αναλύσεις και ο Φίλιππος έχει λευχαιμία”. Έτσι απλά και ωμά, χωρίς καμία άλλη προετοιμασία. Πάγωσα. Δε ξέρω αν τώρα άλλαξε κάτι αλλά υστερούμε πολύ στο θέμα στήριξης. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Περίμενε και ο Φίλιππος να τον ενημερώσω. Αποφάσισα να του πω ότι ακόμη δεν ήξεραν».

Δυστυχώς με τον ίδιο απότομο τρόπο το έμαθε λίγο αργότερα και ο Φίλιππος. «Κάποια στιγμή τον μετέφεραν στο αιματολογικό τμήμα. Μπαίνει λοιπόν μέσα στο δωμάτιο και βλέπει την τηλεόραση απέναντι του, που έγραφε προσφορά Αντιλευχαιμικού Συνδέσμου. Τότε άρχισε να ψυλλιάζεται. Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα ο προϊστάμενος των νοσοκόμων και χωρίς να του ανακοινώσει τι έχει του είπε “όλο αυτό θα σου φανεί βουνό αλλά δεν είναι κτλ.”. Μετά εκτός δωματίου εξήγησα στο νοσοκόμο πως αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό και πως ο Φίλιππος δε γνώριζε καν ότι είχε λευχαιμία. Και η απάντηση του ήταν “τι περιμένατε να είχε αφού βγήκατε στο αιματολογικό;”. Λες και γνωρίζαμε τι ήταν το αιμοτολογικό».

Το πρώτο σοκ βρήκε μάνα και γιο να κλαίνε πολύ. Ωστόσο όπως έκλαψαν μετά άλλο τόσο γέλασαν γιατί δε μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς. «Όταν με ρώτησε τι λες εσύ, του είπα άμα θες να ζήσεις θα το παλέψεις. Ο ίδιος μου είχε πει “δε μπορώ να πω γιατί σε εμένα, σε εμένα γιατί μπορώ να το αντέξω”. Ένιωθε πάρα πολύ δυνατός. Μάλιστα τότε ήταν που άφησε τον εαυτό του να ξεσπάσει καθώς κρατούσε κλειδωμένο μέσα του θυμό από περιόδους της ζωής του στο παρελθόν και κατάφερε να ηρεμήσει».

Πάντα… υπήρχε η ελπίδα! Μεταμόσχευση και συνεχή σκαμπανεβάσματα

Η περίπτωση του Φίλιππου είχε τις δικές της ιδιαιτερότητες καθώς η κατάσταση της υγείας του έδινε συνεχώς ελπίδες αλλά πάντα κάτι συνέβαινε που δοκίμαζε ξανά και ξανά τις αντοχές του.

«Στην αρχή σε κάποια στιγμή η λευχαιμία υποχώρησε σε μεγάλο βαθμό, γεγονός που παραξένεψε και τους γιατρούς, και έτσι δεν προχώρησαν κατευθείαν σε χημειοθεραπεία. Περίπου τρεις μήνες μετά αυξήθηκαν και πάλι τα λευχαιμικά κύτταρα και έτσι έκανε τις χημειοθεραπείες. Το καλοκαίρι του 2015 έκανε μεταμόσχευση στη Θεσσαλονίκη και όλα έδειχναν ότι πήγαιναν κατ’ ευχή. Έξι μήνες μετά υποτροπίασε και μπήκε και πάλι στο νοσοκομείο. Έκανε μία χημειοθεραπεία που πήγε πολύ καλά και μετά πήγαμε και πάλι Θεσσαλονίκη για να κάνει ενίσχυση του μυελού των οστών. Στο μεταξύ πέρασε και δύο πνευμονίες ενώ μετά τη μεταμόσχευση έπαθε ξενιστή. Πρόκειται για μία κατάσταση που ενδέχεται να την πάθεις και είναι θετικό αν δεν προσβάλει πολλά όργανα σου. Δυστυχώς τον Φίλιππο τον χτύπησε άσχημα. Έπαιρνε κορτιζόνη… είχε αδυνατίσει πολύ. Δε μπορούσε να περπατήσει αλλά οι ιατροί τον καθησύχαζαν ότι μόλις τη σταματήσει θα επανέλθει. Κάτι το οποίο όντως είδαμε και στην πράξη».

Αν και το πάλευε με όλο του το σθένος υπήρξαν στιγμές που ο Φίλιππος φοβήθηκε και λύγισε. «Θυμάμαι ότι εκείνη την περίοδο έτρεμε συνέχεια και μία μέρα όπως καθόμουν δίπλα του, σε κάποια στιγμή σταμάτησε και έμεινε με τα μάτια ανοικτά. Νόμισα ότι πέθανε. Αμέσως φώναξα και ήρθαν οι ιατροί. Όταν συνήλθε, όπως μου είπε η ιατρός, της είπε «πιστεύεις ότι έχει Θεό;» και εκείνη του απάντησε θετικά και τότε της είπε «κάποιος δε με αφήνει να πεθάνω» και του λέει «δεν είναι ώρα σου να φύγεις». Σε εμένα δεν είχε εκφραστεί ότι είχε τον φόβο ότι θα πεθάνει. Ο τρόπος όμως που το αντιμετώπιζε ήταν πολύ θαρραλέος και μας έδινε δύναμη. Ακόμη και εκείνη τη μέρα είπε στη γιατρό ότι είναι πολύ όμορφη και λέω και εγώ δες τι δύναμη κρύβει μέσα του. Όσο και να έπεφτε πάντα είχε το χιούμορ του. Πάντα».

Ακόμη και τότε όμως δε σταμάτησαν να ζουν. Βρισκόμενοι στη Θεσσαλονίκη και όταν ο Φίλιππος έβγαινε από το νοσοκομείο έμεναν σε σπίτι που είχαν ενοικιάσει και έπαιρναν το αμάξι κι έκαναν εκδρομές. Στο πλευρό του, όποτε μπορούσαν, τα πέντε αδέρφια, ο πατέρας και οι φίλοι του.

Καθαρός από λευχαιμία, έφυγε από φυματίωση

Κάποια στιγμή παρουσίασε μεγάλη βελτίωση. Ο γιατρός στη Θεσσαλονίκη γεμάτος χαρά του έδωσε τη συγκατάθεση του να επιστρέψει στην Κύπρο και να πηγαίνει κάθε ένα συγκεκριμένο διάστημα για να εξετάζεται.

«Από λευχαιμία ήταν καθαρός σχεδόν ένα χρόνο. Πέρασε ένας μήνας από την επιστροφή μας. Θυμάμαι ήταν η μέρα που ξεκίνησε και γυμναστήριο και το βράδυ ανέβασε πυρετό. Πήγαμε νοσοκομείο, προσπαθούσαν να βρουν τι έχει. Του έκαναν τεστ και τον βρήκαν θετικό στη γρίπη Α και νομίζαμε ότι ήταν από αυτό. Αλλά οι υψηλοί πυρετοί συνέχιζαν. Άρχισε και ο ίδιος να χάνει το σθένος του. Μια μέρα δε μπορούσε να αναπνεύσει καλά, έτρεμε η φωνή του. Φώναξα αμέσως τους γιατρούς, τον διασωλήνωσαν και για δύο εβδομάδες ήταν στην Εντατική. Μία εβδομάδα μετά την εισαγωγή διαγνώσθηκε με φυματίωση. Δυστυχώς το ανοσοποιητικό του ήταν χαμηλό, ωστόσο ακόμη και τότε είχαμε ελπίδες. Την επόμενη ημέρα που τον διασωλήνωσαν όταν με είδε η φυσιοθεραπεύτρια μου είπε ότι τον ξύπνησαν για να δουν πως αντιδρά και ζήτησε στυλό και χαρτί για να γράψει και πως αυτά είναι καλά σημάδια. Παίρνεις μία ελπίδα και μετά… Κάποια στιγμή άρχισαν να μας προετοιμάζουν. Για τρεις μέρες, πριν το επισκεπτήριο τον ξυπνούσαν για να έχουμε επικοινωνία  μαζί του. Ξύπνησε, τον είδαμε, μας έγραψε βγάλτε με μια φωτογραφία να δω πως είμαι.  Ακόμη και τότε με χιούμορ. Του μιλήσαμε, μας ρωτούσε τι συνέβαινε. Μετά όμως επειδή δεν ήταν καλά, σταμάτησαν να τον ξυπνούν και απλά πηγαίναμε και τον βλέπαμε. Θυμάμαι ήταν μία Κυριακή, ξημέρωνε καρναβάλι, και μας ενημέρωσαν ότι ήταν κοντά στο τέλος. Ήμασταν όλη η οικογένεια εκεί. Μπαίναμε δύο-δύο μετά όμως τους ζητήσαμε και μπήκαμε όλη η οικογένεια μέσα στο δωμάτιο. Ήμασταν όλοι γύρω από το προσκεφάλι του και τον αποχαιρετίσαμε».

Ήταν εκείνη η ώρα που το τέταρτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας έφυγε για το μεγάλο ταξίδι.

«Πένθησα αλλά… και την ώρα εκείνη δεν ήμουν δυστυχισμένη»

Όταν ο Φίλιππος ήταν σε καταστολή η κυρία Λίζα, όπως μας εξομολογήθηκε, ένιωθε ανακούφιση γιατί το παιδί της δεν αισθανόταν τον πόνο. Γι’ αυτό τον λόγο δε θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να ευχηθεί να ήταν εδώ κι ας υπέφερε. «Φοβόμαστε να το πούμε αλλά είναι εγωιστικό να θέλω να είναι εδώ το παιδί μου και ας βασανίζεται. Όπως επίσης εγωιστικός είναι και ο παρατεταμένος θρήνος και πένθος. Δεν έχει να κάνει με την αγάπη. Δυστυχώς, μας ξενίζει να δούμε μία μάνα να συνεχίζει τη ζωή της. Ο κόσμος σε θέλει εκεί να υποφέρεις, λες και με αυτό τον τρόπο επιβεβαιώνεις την αγάπη σου προς το παιδί σου».

Υπήρξαν νύκτες ατελείωτες που ο Φίλιππος της τριγυρνούσε στο μυαλό της, που το άρωμα της κολόνιας του της ξυπνούσε μνήμες. Πόνεσε για την απώλεια του παιδιού της καθώς όπως λέει η ίδια ξεριζώθηκε ένα κομμάτι του εαυτού της το οποίο δε θα επιστρέψει ποτέ. «Δύο εβδομάδες μετά τον θάνατο του όταν μπήκα στο δωμάτιο του ήταν έντονη η μυρωδιά της κολόνιας του, άνοιξα το ερμάρι του. Έκλαψα πάρα πολύ εκείνη την ημέρα αλλά αντιλήφθηκα ότι δε μπορούσα να ελέγξω τίποτα σε αυτό τον κόσμο αλλά την ίδια ώρα ένιωθα μία κοινή μοίρα με τον υπόλοιπο κόσμο. Σκεφτόμουν ότι έχασε τη χαρά της ζωής, το ένα, το άλλο και κάποια στιγμή λέω στον εαυτό μου “Σταμάτα. Τι έχασε; Μέχρι εκεί ήταν”. Δεν είναι στην κατάσταση που τον έζησα. Ακόμη και σε ανυπαρξία να είναι, δεν πονάει. Μία φίλη μου, μου είπε “είναι μεγάλος ο πόνος, μην τον φοβηθείς”. Εκείνη τη στιγμή έγινε ένα κλικ μέσα μου, είπα στον εαυτό μου είναι εντάξει να πονάς και αφέθηκα. Και θα κλάψεις και θα πέσεις και όλα. Φυσικά και θα τα ζήσεις όλα αυτά. Δεν είναι δύναμη αν δεν τα κάνεις, είναι αδυναμία πάλι. Έχεις τον πόνο της απώλειας που είναι πολύ φυσικός και μεγάλος. Είναι σα να ξεκολλάει ένα κομμάτι του εαυτού σου το οποίο δε θα ξαναέρθει. Αυτό τον πόνο πρέπει να τον δεχθείς, να τον βιώσεις, να τον σεβαστείς αλλά παράλληλα δεν πρέπει να αισθάνεσαι αδικημένος. Εγώ και την ώρα που πονούσα πάρα πολλά δεν ένιωσα δυστυχισμένη».

«Δεν υπέγραψες συμβόλαιο όταν γεννήσεις ότι το παιδί σου θα φύγει μετά από εσένα»

Ο άνθρωπος θα πρέπει να αντιληφθεί, όπως με στόμφο δηλώνει, ότι το μόνο δεδομένο σε αυτή τη ζωή είναι ο ίδιος ο θάνατος. «Ο θάνατος είναι ταμπού ακόμη και σήμερα. Μα τι είναι; Είναι το μόνο δεδομένο, είναι στη φύση μας. Σε αυτό τον κόσμο δεν υπάρχει σειρά και δε σου εγγυάται κανείς τίποτα. Δεν έχεις υπογράψει κάποιο συμβόλαιο όταν γεννήσεις ότι το παιδί σου θα φύγει μετά από εσένα. Δέχεσαι να συμμετέχεις σε αυτό το ρίσκο».

Η ίδια πιστεύει πως για όλα αυτά έχουμε δεχθεί μία ολόκληρη εκπαίδευση καθώς εάν κάποιος συνεχίσει να ζει μετά από μία τέτοια απώλεια σχεδόν αυτόματα νιώθει ενοχές.

«Όταν έρθει μία αρρώστια ήδη βιώνεις μία απώλεια, δεν έχεις πλέον αυτό που είχες. Φορτώνουμε τον εαυτό μας με τόσους άλλους πόνους πέραν αυτόν της πραγματικής απώλειας. Πρέπει να τους επεξεργαστούμε, να τους απομυθοποιήσουμε για να συνεχίσουμε. Αρχικά, νιώθεις την ενοχή αν έκανα όσα έπρεπε, αν τον στεναχώρησα, αν, αν… και μετά έρχεται η ενοχή του να συνεχίσω να ζω, να βγάλω τα μαύρα, να μην πηγαίνω καθημερινά στο κοιμητήριο. Δεν έχει να κάνει με την αγάπη που έχουμε στον άνθρωπο μας. Συνεχίζεις να τον αγαπάς. Είναι εγωιστικό να στερείς στον κόσμο, την παρουσία τη δική σου, μία καλή παρουσία, γιατί σου έτυχε κάτι που συμβαίνει σε πόσα εκατομμύρια κόσμο καθημερινά. Η φιλοσοφία λέει, να δεχθείς να ζεις κατά φύση. Δεν αντιληφθήκαμε ότι ο θάνατος είναι μέρος της ζωής. Ακόμη και από θρησκευτικής πλευράς ο Χριστός στη διδασκαλία του δε διδάσκει το παρατεταμένο πένθος».

Στο σημείο αυτό της κουβέντας μας θέλησα να τη ρωτήσω ποια είναι η σχέση της με τη θρησκεία και εάν την παρηγορεί το ενδεχόμενο ο Φίλιππος της να βρίσκεται στον παράδεισο όπως τείνουν να λένε αρκετοί όταν κάποιος δικός τους πεθαίνει. «Δεν έχω ιδιαίτερη επαφή με τη θρησκεία αλλά και πάλι να είχα, δε θα εναποθέσω πουθενά καμία ελπίδα για να παρηγορηθώ. Δεν είναι αυτός ο λόγος που θα συνεχίσω να ζω. Ακόμα κι αν περνούμε σε μία αιώνια ανυπαρξία, για μένα και πάλι είναι εντάξει. Η παρηγοριά είναι ένα μεγάλο αλλά προσωρινό παυσίπονο. Δε σου επιτρέπει να προχωρήσεις».

Και εάν έφευγε ξαφνικά…

Εύλογα όμως μπορεί κανείς να διερωτηθεί μήπως η στάση της αυτή είναι εφικτή καθώς είδε το παιδί της να υποφέρει ενώ ταυτόχρονα είχε και τον χρόνο να τον αποχαιρετήσει; Ωστόσο η κυρία Λίζα είναι σχεδόν σίγουρη ότι ακόμη και εάν το παιδί της έφευγε ξαφνικά θα είχε την ίδια στάση.

«Όταν το παιδί σου είναι άρρωστο η αλήθεια είναι ότι έχεις δεχθεί μία προετοιμασία. Είχαμε την ευκαιρία να πούμε πολλά πράγματα και να ξεκαθαρίσουμε άλλα τόσα μεταξύ μας και με τους εαυτούς μας. Εάν κάποιος φύγει αιφνίδια, δεν έχεις μία τέτοια δυνατότητα. Το σοκ θα ήταν σίγουρα πιο έντονο σε μία τέτοια περίπτωση αλλά η στάση μου νομίζω θα ήταν η ίδια. Αλλά θα ήταν σίγουρα αλλιώς. Εγώ ήμουν εκεί στο νοσοκομείο όταν έφευγε το παιδί μου και πέραν του μεγάλου πόνου, ένιωθα εκείνο το δέος του θανάτου όπως νιώθεις και το δέος της γέννησης».

Σήμερα η κυρία Λίζα ετοιμάζεται να τελειώσει το βιβλίο που γράφει για την περιπέτεια της υγείας του αγοριού της με τη δυσάρεστη κατάληξη αλλά κυρίως για την αντιμετώπιση μίας τέτοιας απώλειας. Θέλει, όπως αποκάλυψε, να βοηθήσει έστω και έναν που βίωσε ή βιώνει τον θάνατο του δικού του ανθρώπου ώστε να μη γαντζωθεί παρατεταμένα στον θρήνο, στις μνήμες και να σταματήσει να ζει.

Η ίδια δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να φορέσει μαύρα ρούχα. Ακόμη κι από τις πρώτες ημέρες του θανάτου του παιδιού της αλλά και στα μνημόσυνα του, γελάει ώρες ατελείωτες με τα παιδιά της αλλά και τους φίλους του Φίλιππου θυμούμενοι ιστορίες με αυτόν πρωταγωνιστή. Δεν έπαψε ούτε στιγμή να αγαπάει το παιδί που γέννησε, μεγάλωσε, μαζί του πάλεψε και ήταν εκεί όταν έφευγε από αυτή τη ζωή. Παρόλα αυτά κάνει κάτι που λίγοι έχουμε τη ψυχική αντοχή να κάνουμε μετά από κάτι τέτοιο. Δεν αναπνέει απλά, ζει!

«Δε μπορούμε να είμαστε εγκλωβισμένοι στον φόβο μην πάθουμε κάτι. Θα ζήσουμε τη ζωή εάν νιώσουμε ελεύθεροι. Ούτε εγώ ήθελα να πάθει κάτι το παιδί μου ή κάποιο από τα υπόλοιπα παιδιά μου. Απλά την ώρα που πονάς πρέπει να έχεις μία γενναία στάση. Κι αυτό είναι τρόπος ζωής». Λόγια μιας ξεχωριστής μάνας.

Ακολουθήστε την Cyprus Times στο Google news και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις Ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο στη Cyprus Times

Advertisement

Trending

Advertisement

Ροή Ειδήσεων

Advertisement
Advertisement
Advertisement

Διαβάστε Επίσης

Advertisement
Advertisement

Best of Network